Η πίστη στη Ανάσταση του Χριστού ξένη προς συναισθηματικές αποδράσεις σε αυταπάτες και ψευδαισθήσεις…

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητού

 

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, μέρες χαρμολύπης, γιορτής του Πάσχα, πολλοί είναι εκείνοι που γιορτάζουν τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό με ένα έντονο συγκινησιακό ύφος. Κοντά σ’ αυτό, βέβαια, εντάσσεται το φολκορικό και επετειακό περιτύλιγμα της γιορτής. Μια ματιά να ρίξει κανείς στους ναούς και στα όσα με κηρυγματικό τόνο ακούγονται, θα διαπιστώσει ότι ένα αρκετά μεγάλο μέρος των πιστών είναι ξεκομμένο από την πραγματική χριστιανική πίστη. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται ιδιαίτερα κατά το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, με τα κηρύγματα πολλών πνευματικών πατέρων, οι οποίοι με λογικά επιχειρήματα προσπαθούν να τεκμηριώσουν το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού. Είναι θλιβερό πράγματι, κυρίως από χείλη ιερέων, να κηρύσσεται μια τυπολατρική θρησκευτικότητα, που μάλλον παραπέμπει σε ένα ανούσιο μάθημα κατήχησης σε σχολειό, με ηθικοδιδακτικές αναφορές. Οι διαπιστώσεις αυτές συχνά φέρνουν στο φως το αίτημα για επαναευαγγλισμό του λαού μας.

Ο πολύς Χρήστος Γιανναράς, εναντιωμένος σε τέτοιες πρακτικές, σ’ ένα από τα σημαντικότερα έργα του, το Αλφαβητάρι της πίστης, για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, γράφει ότι, «ο Χριστός ανασταίνεται την τρίτη ημέρα μετά την ταφή του. Τόσο οι βιβλικές μαρτυρίες όσο και η εκκλησιαστική εικονογραφία και υμνολογία αργότερα, υποδηλώνουν την ανάσταση έμμεσα, θα έλεγε κανείς, μέσα από σημεία, όπως το κενό μνημείο, ο άγγελος του Θεού που ελευθερώνει την είσοδο του τάφου, τα “οθόνια” της ταφής “κείμενα μόνα”. Δεν προσδιορίζεται ούτε περιγράφεται κάποια συγκεκριμένη στιγμή που το νεκρό σώμα του Χριστού ζωοποιείται και πάλι και επαναλειτουργεί βιολογικά, όπως συνέβη με τους νεκρούς που ανέστησε ο ίδιος ο Χριστός στη διάρκεια του δημόσιου βίου του. Υπάρχει όμως η εμπειρία και μαρτυρία των σωματικών του εμφανίσεων μετά την Ανάσταση: ο αναστημένος Χριστός εμφανίζεται στις μυροφόρες γυναίκες και στους οδοιπόρους της Εμμαούς και στη σύναξη των μαθητών στο υπερώο της Ιερουσαλήμ ή στις όχθες της Τιβεριάδας», (ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, 1996: 173-174) . Γι’ αυτόν τον τόσο σημαντικό και ακριβό λόγο του σημαντικότερου σήμερα εν ζωή διανοούμενου, ας μου επιτραπεί εδώ η παράθεση μιας προσωπικής εμπειρίας, την οποία έζησα πριν λίγα χρόνια σε τάξη του Λυκείου όπου υπηρετώ, όταν μαθήτρια, αν και κοφτερό μυαλό, κατηχητόπουλο σε γνωστή ενορία της πόλης μας, της φάνηκαν παράξενα τα γραφόμενα του κ. Γιανναρά. Ούτε λίγο ούτε πολύ, εμμέσως πλην σαφώς με ήλεγξε για το «ατόπημά μου», γιατί ως παράλληλο κείμενο κατά την ώρα της διδασκαλίας παρέθεσα τα γραφόμενα του κ. Γιανναρά, λέγοντάς μου κοφτά και άκομψα ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας είναι αιρετικός. Αναφέρω ετούτο το παράδειγμα περισσότερο ως πρακτική, η οποία προφανώς ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με ότι ονομάζουμε ορθόδοξη κατήχηση. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι αυτού του είδους οι αντιδράσεις – άλλωστε όταν είσαι εκπαιδευτικός, είναι αναμενόμενες και ευπρόσδεκτες θα ‘λεγα, από παιδαγωγικής κυρίως πλευράς –  αλλά η λανθάνουσα θρησκευτική πίστη σε ζητήματα όπως είναι η Ανάσταση του Χριστού.

Ωστόσο, εκείνο που οφείλω εδώ ταπεινά να καταθέσω είναι ότι, η Ανάσταση του Χριστού, ως εσχατολογικό γεγονός καταδεικνύει έναν άλλον τρόπο, μια ανέκδοτη όψη της πίστης, «εντελώς διαφορετική από την εμπιστοσύνη στο επιβεβαιωμένο· φέρνει την πίστη ως προϊόν εσωτερικεύσεως του υπερβατικού. Αντί να ζούμε με την μνήμη των ασάλευτων μορφών, να ζούμε, όπως έδειξε η πορεία προς τους Εμμαούς, με το πνεύμα των λόγων», (ΡΑΜΦΟΣ, 2006: 518). Συνεπώς, όπως αταλάντευτα τονίζει ολάκερη η βιβλική και πατερική θεολογία, ο άνθρωπος πραγματώνει την ύπαρξή του στο μέτρο που υψώνεται στον Αναστάντα Χριστό. Το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, με τρόπο απλό, είναι παράτολμο εγχείρημα να κατανοηθεί με τη γλώσσα μιας αφασικής κηρυγματικής θρησκεύουσας γλώσσας. Υπ’ αυτό το πρίσμα είναι αδύνατο να βεβαιωθεί ο ευαγγελισμός της εκκλησιαστικής πίστης σε γεγονότα κάτω από το φως της λογικής και του ορθολογισμού. Αλλά κι αν τούτο αποτολμήσει κανείς, θα σκοντάψει στους μηχανισμούς που θέλουν την πίστη στην Ανάσταση εγκλωβισμένη σε ηθικιστική διδασκαλία, «ατομική κατοχύρωση της υπάρξεως», «αποδοχή κάποιας μεταφυσικής διδασκαλίας».

Μια από τις στιγμές όπου η δόξα του Χριστού έγινε ιδιαίτερα αισθητή, ήταν η Ανάστασή του: ο κενός τάφος έσπασε τις πύλες του θανάτου πιεζόμενος από τη θεία ζωή, αποθέτοντας στο περιθώριο τη θνητότητα της ανθρώπινης φύσης, (Ware, 1999: 357). Έτσι ο Χριστός έθραυσε το θάνατο την τρίτη ημέρα μετά την ταφή του. Το γεγονός αυτό, από τη βιβλική και τη μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία, όπως παραπάνω ετόνισα, υποδηλώνεται έμμεσα. Φαίνεται, ίσως, παράξενο ότι κανένας από τους Ευαγγελιστές δεν αναφέρει την Ανάσταση με συγκεκριμένο τρόπο, πως δηλαδή έγινε. Αρκούνται μόνο σε πληροφορίες που δεν προϋποθέτουν καμιά λογική ερμηνεία και κατοχύρωση αυτής: «άγγελος Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον», (Ματθ. 28,2). Πέρα όμως από τούτα τα «τεκμήρια», στην εμπειρία και βεβαιότητα της Εκκλησίας, η Ανάσταση του Χριστού βρίσκει την άμεση μαρτυρία της, στις αμέσως μετά από αυτή, σωματικές εμφανίσεις του, και αυτό βέβαια δεν σημαίνει καμία απομύθευσή της. Απλούστατα, αυτές τοποθετούνται στο πλαίσιο της εμπέδωσης της πίστης στο γεγονός ότι, η Ανάσταση δεν σημαίνει επιστροφή του Χριστού στον κόσμο, αλλά είσοδος σε μια νέα μορφή ζωής που δεν επιδέχεται το θάνατο, (Πατρώνος, 1997: 522). Γι’ αυτό και ο αναστάσιμος ύμνος «θανάτω θάνατω πατήσας». Γι’ αυτό και η επίγνωση της βιωματικής μετοχής μας σ’ αυτή, πάνω απ’ όλα είναι κατόρθωμα προσωπικής ελευθερίας. Γι’ αυτό και η Ανάσταση της μακαρίας σαρκός του υποδηλώνει την απελευθέρωση της ανθρώπινης φύσης από τη φθορά και θάνατο. Γι’ αυτό και ο Χριστός εμφανίστηκε μόνο στους μαθητές και αποστόλους του, αλλά και στην μικρή κοινότητα των πιστών του, με «σώμα αθάνατον», κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, (Νέλλας, 2000: 124), σώμα ελεύθερο από κάθε περιορισμό και κάθε βιολογική ανάγκη της ανθρώπινης φύσης, αλλά υποστασιαζόμενο σε «πραγματική ύπαρξη χάρη στην προσωπική σχέση με το Θεό», που αυτή το συνιστούσε και το ζωοποιούσε, (Γιανναράς, 1996: 175).

Η Ανάσταση του Χριστού υπήρξε η αποκορύφωση του αποστολικού κηρύγματος. Ο απόστολος Παύλος σε μια κοινή γραμμή με του μαθητές του Χριστού, θεωρεί ότι το κήρυγμά του περί Αναστάσεως, δεν είναι μια προσωπική αντίληψη και διδασκαλία, (Α΄ Κορ. 15,1-11), αλλά ότι αυτός «παρέλαβε» από αυτούς, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τονίσει ότι η πίστη σ’ αυτή είναι μέγιστο γεγονός για την ανθρώπινη ιστορία, με σωτηριολογικές και εσχατολογικές προεκτάσεις, (Πατρώνος, 1997: 528-530). Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η Ανάσταση του Χριστού ως ανάμνηση, ξεφεύγει από το επίχρισμα μιας μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης – έτσι μας την έχουν διδάξει οι κάθε λογής θρησκόληπτοι «διδάσκαλοι» της Εκκλησίας μας, τούτο και μόνο, το λιγότερο, κενό ιδεολόγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, πλήρης αποτυχία οικείωσης με τη γνήσια ορθόδοξη παράδοση – γίνεται κυριακό σώμα, και για κάθε πιστό αποτελεί στο έξης καινή πνευματική ζωή με σκοπό τη σωτηρία του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, (1996), Αλφαβητάρι της Πίστης, Αθήνα: Δόμος.

ΝΕΛΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, (2000), Ζώον θεούμενον. Προοπτικές για μια ορθόδοξη κατανόηση του ανθρώπου, Αθήνα: Αρμός.

ΠΑΤΡΩΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, (1997), Η ιστορική πορεία του Ιησού. Από τη φάτνη ως τον κενό τάφο, Αθήνα: Δόμος.

ΡΑΜΦΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ, (2006), Το Μυστικό του Ιησού, Αθήνα: Δόμος.

WARE ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ, (1999), Η Ορθόδοξη Εκκλησία, Αθήνα: Ακρίτας.

 

Προηγουμενο αρθρο

«Πρόσφυγες ήμασταν, πρόσφυγες είναι»

Επομενο αρθρο

Refugees και asylum seekers στο νεοελληνικό άσυλο.