Search

Το νησί μου, η Λέσβος

Του Γιάννη Μαντά

Θυμάμαι το πρώτο καλοκαίρι που πήγαμε για μπάνιο στον Χρούσο. Κατεβαίναμε από τον Μεσότοπο, το χωριό μου, και το αμάξι μας τότε, ένα παλιό Opel στέισον βάγκον, δεινοπαθούσε στον χωματόδρομο που ανεβοκατέβαινε στις τραχιές πλαγιές, λες και δεν πηγαίναμε κατά τη θάλασσα, αλλά σε κάποιον Προφήτη Ηλία στο βουνό. Το σύνθημα πως φτάναμε πια ήταν ο τεράστιος ευκάλυπτος, ακριβώς δίπλα στον δρόμο, στο τέλος μιας (ακόμα) κακοτράχαλης κατηφόρας. Κι από εκεί λίγο περπάτημα ανάμεσα από συκιές, καλαμιώνες και φτέρες μέχρι να φτάσουμε στην αμμουδιά. Τι αμμουδιά όμως ήταν αυτή; Άμμος ατελείωτη, δεν έβρισκες πέτρα να σπάσεις ένα καρύδι, όπως έλεγαν οι πιο παλιοί. Ή, τέλος πάντων, ένα βότσαλο για να μην πάρει ο αέρας την πετσέτα. Ούτε που μας ένοιαζε. Το μόνο που θέλαμε ήταν να τρέχουμε στην άμμο χωρίς παπούτσια και να βουτάμε στα νερά, όποιος προλάβει πρώτος. Ο Χρούσος τότε ήταν το απόλυτο ερημητήριο, σωστό ασκηταριό για τους πιστούς της θάλασσας.


Η καντίνα στον Χρούσο, σαν όαση στην άμμο. (Φωτογραφία: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΤΑΣ)

Τριάντα (και βάλε) χρόνια έχουν περάσει και, όσο κι αν δυσκολεύεται να το πιστέψει άνθρωπος, ο Χρούσος έχει μείνει (σχεδόν) ο ίδιος. Όταν πλημμύρισε ο ποταμός Μαλιόντας πριν από κάποια χρόνια, φοβήθηκα ότι το νερό που κατέβαζε θα χάλαγε την παραλία. Και όμως. Χάλασε μόνο ο δρόμος, εκείνος με τις καλαμιές που λέγαμε. Πέραν τούτου, πάντως, όλα καλά: ο κόσμος είναι σίγουρα περισσότερος, γιατί, όσο κι αν θες να κρατήσεις ένα μυστικό, ο Παράδεισος πάντα θα έχει χώρο για όλους. Η κλασική καντίνα του παλιού λεωφορείου είναι ακόμα εκεί, στην ανατολική του άκρη, άνοιξε άλλη μία στην απέναντι πλευρά, αλλά ο χωματόδρομος χωματόδρομος, έτσι για να θυμόμαστε ότι για τα καλύτερα πράγματα στη ζωή πρέπει να προσπαθήσεις και λίγο. Και για μένα ο Χρούσος είναι, μακράν, μέσα στις δύο-τρεις καλύτερες παραλίες της Λέσβου, μαζί με τον Άγιο Ισίδωρο, στο Πλωμάρι, και τη δεν-τη-χορταίνω αμμουδιά στη Σκάλα Ερεσού.


Ώρα για μπάνιο, στον Άγιο Ισίδωρο, στο Πλωμάρι.  (Φωτογραφία: ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΕΛΟΣ)

Λέω «προσπάθεια» και σκέφτομαι ότι τον Αύγουστο είναι η καλύτερη εποχή για τη σαρδέλα στο νησί μας. Εκεί να δεις όχι προσπάθεια, αλλά αγώνα σωστό από τους ψαράδες με τα γρι γρι στην Καλλονή. Που βγαίνουν πριν ακόμα ξημερώσει στα νερά του κόλπου με τα καΐκια, για να πιάσουν αυτό το αφρόψαρο μήκους 11 εκατοστών (περίπου), που το περιμένει πώς και πώς όλο το νησί. Το πρωινό ψάρεμα στον κόλπο της Καλλονής είναι σωστή μυσταγωγία. Κι αν τύχει να βρεθείς στο λιμανάκι της Σκάλας σαν επιστρέφουν, μακαρίζεις την τύχη σου αν είσαι από εκείνους που θα προλάβουν να πάρουν τη φρέσκια παπαλίνα, όπως λέμε στη Λέσβο το τοπικό είδος της σαρδέλας. Θα τη βρεις σε κάθε ταβέρνα στο νησί που σέβεται τον εαυτό της, και όπως την προτιμάς (ψητή, με λαδάκι ή σκόρδο). Όμως στη Μυτιλήνη μάς αρέσει παστή, τυλιγμένη στο χασαπόχαρτο, με δύο και τρεις στρώσεις χοντρό αλάτι –κι αυτό από την Καλλονή, από τις αλυκές–, να χαϊδεύει όσο πρέπει το πολύτιμο αφρόψαρο κι ύστερα να ξαλμυρίζει για κάποιες ώρες με νερό και λάδι. Κι έπειτα να την πιάνεις απαλά και σιγά σιγά να την ανοίγεις από την κάτω πλευρά στα δύο, και έτοιμη η απόλυτη νοστιμιά· δεν θέλεις τίποτε άλλο.


Καφεδάκι στον «απόσκιο», όπως λέμε στη Σκάλα Συκαμιάς. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Τίποτε είπα; Ψέματα. Παπαλίνα χωρίς ούζο είναι σαν χωνάκι χωρίς μπάλα παγωτό. Η σαρδέλα θέλει ούζο, ούζο πλωμαρίτικο, το καλύτερο, μαζί με καλή παρέα, «καθαρές κουβέντες» και πλάι στη θάλασσα. Στο ούζο, να θυμάσαι, ο κανόνας είναι «νερό ναι, πάγος όχι». Δεν είναι ουίσκι, δεν πίνεται on the rocks και κυρίως δεν το πίνεις μόνος ή ξεροσφύρι. Και αν έχεις και θέα, το καρέ συμπληρώνεται. Την καλύτερη θέα στη Λέσβο δεν την κλέβει κανένας από τον Μόλυβο, το πιο «τρελά όμορφο» μέρος στη Λέσβο, τον παραδοσιακό οικισμό όπου δεν επιτρέπεται τίποτα να χτιστεί χωρίς πέτρα και ξύλο. Η βόλτα στα στενορύμια (στενά σοκάκια) του δεν χορταίνεται, ούτε το ηλιοβασίλεμα από το κατηφορικό του καλντερίμι προς το λιμάνι. Θέα 4K, που λέει κι ο Αχιλλέας, όχι αστεία.

Αυτό που θα χρειαστείς πάντως σαν έρθεις στη Λέσβο είναι αυτοκίνητο. Οι αποστάσεις είναι μεγάλες, ο δρόμος από τη Μυτιλήνη μέχρι την Καλλονή είναι καλός (φαρδύς δηλαδή), αλλά κάθε άλλη διακλάδωση βγάζει σε επαρχιακούς δρόμους αξιοπρεπείς μεν, αλλά πολλές φορές στενούς, που θέλουν τον νου στο τιμόνι. Και οι διαδρομές θα είναι πολλές: Στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη με τα δεκάδες αρχοντικά, το μεγάλο κάστρο και τα μουσεία της, στον Μανταμάδο με τον Μέγα Ταξιάρχη και τα κουμαράδικα (κανατάδικα-εργαστήρια αγγειοπλαστικής), στη Βαρειά για το μικρό, αλλά συγκινητικό μουσείο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου και δίπλα του το μεγαλύτερο και ανέλπιστα πλούσιο Μουσείο – Βιβλιοθήκη Τεριάντ (www.museumteriade.gr).


Νιώθεις τόσο μικρός μπροστά στoν πελώριο απολιθωμένο κορμό σεκόιας. Στη θέση Μπαλή Αλώνια, στο Σίγρι. (Φωτογραφία: VISUALHELLAS.GR)

Στην Αγιάσο για να δεις το ωραιότερο ορεινό χωριό στη Λέσβο, στα Βατερά για μια βουτιά σε παραλία king size, για προσκύνημα στην Παναγιά της Πέτρας και στον Άγιο Ραφαήλ στη Θερμή. Στο μακρινό Σίγρι με το Απολιθωμένο Δάσος, που αξίζει κάθε σπιθαμή των χιλιομέτρων που θα κάνεις μέχρι να φτάσεις, στη μικρή Φτερούντα με το σπάνιο τοπικό πέτρωμα, από το οποίο είναι χτισμένα τα πιο πολλά της σπίτια, στα ορεινά Χίδηρα για καλό κρασί και το πρώτο ψηφιακό μουσείο στην Ελλάδα (jakobides-digital-museum.gr), αφιερωμένο στον Γεώργιο Ιακωβίδη (ζωγράφο και πρώτο διευθυντή της Πινακοθήκης της Ελλάδας!), στη Σκάλα Συκαμιάς για ουζάκι κάτω από τη μουριά, στην Αγία Παρασκευή για το πρότυπο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς (piop.gr) και φυσικά στην αγαπημένη μου Σκάλα Ερεσού, για να πάρεις όλα τα θετικά vibes που θα χρειαστείς για τον επόμενο χειμώνα.

Πηγή : Καθημερινή
Πρώτη δημοσίευση: “Greece Is Νησιά”. 
Μπορείτε να παραγγείλετε το τεύχος εδώ: https://subscription.kathimerini.gr/greece-is