Ο Καβάσης κι ο Καβάφης

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Του Διονύση Στεργιούλα

Έζησαν την ίδια χρονική περίοδο. Οι ζωές τους σχεδόν συμπίπτουν πάνω στη γραμμή της ιστορίας. Η τέχνη τους δεν διαχωρίστηκε ποτέ από τον καθημερινό βίο τους. Ο ένας ένιωθε τιμή που προέρχεται από την ονομαστή οικογένεια των Καβάφηδων. Ο άλλος ένιωθε τιμή που όταν ήταν νέος υπήρξε για ένα διάστημα καβάσης του ελληνικού προξενείου της Σμύρνης, δηλαδή φύλακας-θυρωρός σε αυτό.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ είχε καταγωγή λαϊκή από τη Βαρειά της Λέσβου. Με πατέρα τσαγκάρη και παππού, από την πλευρά της μητέρας του, αγιογράφο. Ήταν το πρώτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειάς του. Τα έργα του τα υπέγραφε με το επώνυμο Χατζημιχαήλ του αγιογράφου παππού του και όχι με το πατρικό επώνυμο Κεφαλάς. Ο Καβάφης, γιος ενός μεγαλεμπόρου της Αλεξάνδρειας, με παππού, από την πλευρά της μητέρας του, έναν Κωνσταντινουπολίτη έμπορο πολύτιμων λίθων, χρησιμοποίησε και αυτός για ένα διάστημα το επώνυμο του παππού του ως μέρος της υπογραφής του: «Κ.Φ. Καβάφης» (Κωνσταντίνος Φωτιάδης Καβάφης). Ήταν το ένατο παιδί της οικογένειάς του.

Ο ένας ένιωθε τιμή που προέρχεται από την ονομαστή οικογένεια των Καβάφηδων. Ο άλλος ένιωθε τιμή που όταν ήταν νέος υπήρξε για ένα διάστημα καβάσης του ελληνικού προξενείου.

Για τη ζωή του Καβάφη φίλοι του και μελετητές του έργου του δημοσίευσαν πλήθος πληροφοριών. Είναι τόσο σπουδαίο το έργο του, που καθιστά σημαντική την κάθε πληροφορία που αφορά τον δημιουργό. Έχουν ακόμη σωθεί βιβλία της βιβλιοθήκης του, χειρόγραφα του αρχείου του και προσωπικά του αντικείμενα. Γνωρίζουμε πολλά και από τα κείμενα εχθρών του, που σήμερα τους θυμόμαστε μόνο επειδή κάποτε του επιτέθηκαν. Ο ίδιος αρνήθηκε επιδεικτικά να ασχοληθεί μαζί τους.

Για τον Θεόφιλο έχουμε επίσης αρκετά στοιχεία, που όμως καταγράφηκαν μετά τον θάνατό του και δεν είναι πάντα έγκυρα. Ευτυχώς ασχολήθηκαν από πολύ νωρίς με τη ζωή και το έργο του ο λαογράφος Κίτσος Μακρής και ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας ποιητής που γνώριζε πολλά για τη ζωγραφική, έχοντας σχετιστεί με κορυφαίους έλληνες ζωγράφους αλλά και με τον Πικάσο και έχοντας δημιουργήσει σημαντικό εικαστικό έργο.

altΓνώρισαν όχι μόνο την αγάπη του περιβάλλοντός τους μα και τη ζήλια, που κάποιες φορές γινόταν μίσος. Μία ζήλια ακατανόητη, αφού η ζωή τους χαρακτηριζόταν από την ανάγκη για δημιουργία και προσφορά. «Του Καβάφη τού είχαν αλλάξει τα φώτα οι βλάκες», έγραψε ο ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος («Καβάφης, ο τέλειος»). Γράφοντας για τον Καβάφη ο Εγγονόπουλος πιθανώς υπονοούσε ότι και στη δική του ζωή είχαν δημιουργήσει προβλήματα άνθρωποι με αυτόν τον τρόπο σκέψης. Ο ίδιος, στην ποιητική συλλογή Η κοιλάδα με τους ροδώνες, δημοσίευσε ένα ποίημα για τον Θεόφιλο («Μπαλάντα της Ψηλής Σκάλας»), όπου δείχνει ότι συμπάσχει, μισό αιώνα μετά, με τον ομότεχνό του.

Τους ενδιέφερε το παρελθόν όσο και το παρόν. Ο ένας ντυνόταν Μέγας Αλέξανδρος και φωτογραφιζόταν με αυτήν την περιβολή. Ο άλλος προσπάθησε να κατανοήσει καλύτερα το παρόν, ανασύροντας στιγμές και επεισόδια των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων. Μέσα στην Ιστορία και πίσω από τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών της αναζήτησαν το ανθρώπινο πρόσωπο και το «ανθρώπινο μέτρο».

Ο επισκέπτης της Ανακασιάς που θα ανεβεί στον πάνω όροφο του αρχοντικού Κοντού θα νιώσει ότι ζει εκεί η ψυχή του Θεόφιλου. Η μεγάλη ζωγραφική επιφάνεια θυμίζει το εσωτερικό χριστιανικού ναού της τουρκοκρατίας. Μόνο που ο ζωγράφος αντί για αγίους ιστόρησε ήρωες της επανάστασης του 1821, μυθολογικά θέματα, ένα πανόραμα της Μακρινίτσας και το πορτρέτο του ευεργέτη του. Όσοι βλέπουν τις τοιχογραφίες έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι στο έργο του Θεόφιλου η σημασία δεν βρίσκεται τόσο στη σύνθεση, στο σχέδιο και στις μορφές (εξάλλου συχνότατα χρησιμοποιεί ως πρότυπα εικόνες από βιβλία) όσο στο πάθος για τη ζωγραφική και στο χρώμα. Τα χρώματά του μοιάζουν με φάρμακα θεραπείας του πολυάσχολου νου, που έρχονται από το μέλλον.

Του Καβάφη η ψυχή βρίσκεται στις λέξεις του. Οι σκέψεις και οι ιδέες του θα φυλάσσονται για πάντα στην κιβωτό του ποιητικού του έργου. Στο έργο του έχει προσεκτικά τοποθετήσει στοιχεία της προσωπικής του ζωής, αλλά και στοιχεία που δείχνουν τον πόνο του για το διαρκές δράμα του ελληνισμού. Ίσως έβλεπε ότι αυτό δεν οφείλεται τόσο (ή μόνο) στα αντίπαλα έθνη όσο στη διαχρονική στον ελλαδικό χώρο κατάρα του διχασμού. Στην εποχή του λίγοι ένιωσαν τις διαφορετικές διαστάσεις και αναγνώσεις του έργου του, ενώ πάρα πολλοί τον θεώρησαν «ομφαλοσκόπο» και τυπικό παρατηρητή της Ιστορίας.

alt

Ίσως δεν μπορούμε να διανοηθούμε τον βαθμό της εσωτερικής ικανοποίησης που καταλάμβανε και τους δύο όταν έβλεπαν το έργο τους να παίρνει τη θέση του στον πραγματικό κόσμο με χρώματα και με λέξεις. Ούτε μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε αν ο ένας είχε ακούσει το όνομα του άλλου. Εάν αυτό συνέβη, είναι πιο πιθανό ο Καβάφης να γνώριζε την ύπαρξη του ζωγράφου, είτε από τον Αλέκο Σεγκόπουλο είτε από άλλον Πηλιορείτη από τους πολλούς που κατοικούσαν τότε στην Αίγυπτο. Μπορούμε όμως να εικάσουμε ότι θα έδειχνε ενδιαφέρον εάν άκουγε τυχαία για έναν λαϊκό ζωγράφο που κυκλοφορούσε στην πόλη του Βόλου έχοντας πάντα μαζί του χρώματα και πινέλα, έτοιμος να καλύψει τοίχους αρχοντόσπιτων, καφενείων και φτωχικών κατοικιών με πρόσωπα της αρχαίας μυθολογίας και της νεότερης ιστορίας. Για έναν ταλαντούχο ζωγράφο που για να επιβιώσει έκοβε ξύλα και μετέφερε βαριά αντικείμενα.

Η ενδυμασία του ενός ήταν μία φουστανέλα, που θύμιζε τους κλέφτες και τους αρματολούς. Η ενδυμασία του άλλου ήταν μία «εξαίρετη πανοπλία», φτιαγμένη «με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους».

Η ενδυμασία του ενός ήταν μία φουστανέλα, που θύμιζε τους κλέφτες και τους αρματολούς. Η ενδυμασία του άλλου ήταν μία «εξαίρετη πανοπλία», φτιαγμένη «με λόγια, με φυσιογνωμία και με τρόπους». Δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν. Αντιθέτως, αν και ωφέλησαν πολλούς, τράβηξαν πάνω τους όσο ζούσαν τα αιχμηρά βέλη του φθόνου και της κακίας όσων δεν κατανόησαν τη σημασία του έργου τους.

Κλείνοντας να επισημάνουμε μια ενδιαφέρουσα και ευφυή προσέγγιση στο έργο του Θεόφιλου, του Καβάφη και του Μακρυγιάννη όχι ωστόσο σχετική με το παρόν κείμενο που επιχειρεί ο Τάσος Πολυμέρης στο βιβλίο: Μύθος ομόρριζος – Καβάφης – Θεόφιλος – Μακρυγιάννης, (Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2017). Ο συγγραφέας ασχολήθηκε με το θέμα με αφορμή την παρατήρησή του ότι κάποιοι σχοινοτενείς τίτλοι έργων του Θεόφιλου παρουσιάζουν ομοιότητα με στίχους και ποιήματα του Καβάφη.

 

* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες).

Προηγουμενο αρθρο

Να πάει η Λέσβος ξανά στην Κωνσταντινούπολη! -Συμμετοχή του νησιού στην 24η ΕΜΙΤΤ

Επομενο αρθρο

CASTING CALL για την ταινία «ΣΜΥΡΝΗ»