Search

Μια νουβέλα εμπνευσμένη από τη Δήμητρα της Λέσβου

Πηγή: Lifo

 

ΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ της Δήμητρας της Λέσβου έκανε την εμφάνισή της στα media, η Μαριάνθη Τεντζεράκη ήταν 24 ετών. Τον περασμένο Ιούνιο η Ελλάδα είχε σοκαριστεί από την τραγωδία του διεμφυλικού προσώπου που μετά την εξαφάνισή του έπεσε θύμα τροχαίου και εγκατάλειψης.

Μόλις άκουσε τα νέα, η Μαριάνθη άρχισε να κλαίει. «“Είναι δυνατόν; Είναι όλο τόσο άδικο”, έλεγα. Την ίδια στιγμή, δεν έκλαιγα μόνο για αυτό που συνέβη στη Δήμητρα που ήταν υπέροχη, σαν χαρακτήρας βιβλίου, αλλά γιατί πιστεύω ότι αυτό θα ξανασυμβεί», λέει σήμερα.

Η ιστορία της Δήμητρας έγινε η αφορμή για να αρχίσει η συγγραφή μιας νουβέλας. Η Μαριάνθη, με καταγωγή από την Κατερίνη, έχοντας ήδη εκδώσει το πρώτο της βιβλίο «Μαρίσμη» –μια ιστορία για τον κόσμο της άνοιας– και βιώνοντας τα στερεότυπα που επικρατούν σε πολλές πτυχές της κοινωνίας και ακόμη περισσότερο στην επαρχία, αφουγκράστηκε ιστορίες δικών της ανθρώπων και έγραψε τον «Σακάτη».

«Είμαι λίγο επιφυλακτική ως προς το ουσιαστικό κομμάτι της αλλαγής. Όσον αφορά τις παλαιότερες γενιές, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξη, δεν πιστεύω ότι μπορούν να αλλάξουν γιατί είναι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει σε κλειστές κοινωνίες. Στη γενιά των γονιών μας η εκκλησία είχε κι άλλο ρόλο, με κάποιον τρόπο σου έβαζε έναν τοίχο στο να αποδεχθείς το διαφορετικό. Στη δική μας γενιά αυτό δεν υπάρχει τόσο».

Πρόκειται για μια νουβέλα όπου το bullying, η ομοφοβία και άλλες παθογένειες της κοινωνίας πυροδοτούν την πλοκή. Ένα παραμύθι για μεγάλους, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ και που διαβάζοντάς το δεν μπορείς παρά να νευριάσεις.

Ο αδιάφορος καθηγητής που ανάβει τσιγάρο, γκομενίζει και αδιαφορεί για την ανθρωποφαγία του σκληρού κόσμου των παιδιών και την οποία έχει χρέος να αποτρέψει. Η μητέρα που ναι μεν αγαπά το παιδί της «όπως είναι» αλλά δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από τις προκαταλήψεις που ριζώθηκαν μέσα της μεγαλώνοντας. Ο κόσμος του «ναι μεν, αλλά» όσον αφορά την αποδοχή της διαφορετικότητας, της σεξουαλικής ελευθερίας, ο πατέρας που θέλει τον γιο του πρότυπο ανδρισμού, που πίνει, χτυπά και ξεχειλίζει «αρρενωπότητα».

Όλοι οι χαρακτήρες που περιτριγυρίζουν τον κόσμο του πρωταγωνιστή στο βιβλίο της Μαριάνθης, του Άλκη, δημιουργούν ένα ασφυχτικό περιβάλλον μέσα από το οποίο εκείνος πορεύεται μόνος. Ένας σακάτης που φοράει τα ρούχα που εκείνος γουστάρει, ερωτεύεται, πληγώνεται και κουβαλά έναν σταυρό καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας.

«Το πρώτο βιβλίο, επειδή ήταν και μια προσωπική ιστορία, νομίζω ήταν και πιο εύκολο να γραφτεί. Έγραφα αναμνήσεις. Το δεύτερο, μπορεί να θεωρούσα στο μυαλό μου ότι θα ήταν πιο εύκολο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν πιο απαιτητικό και λόγω του θέματος», λέει η Μαριάνθη.

«Όλα ξεκίνησαν από το ντοκιμαντέρ στο οποίο μιλούσε η Δήμητρα της Λέσβου και έμαθα κάποια πράγματα από αυτή. Έχω φίλους που έχουν αρνητικά, κατά βάση, βιώματα λόγω της σεξουαλικότητάς τους. Βασίστηκα πολύ σε αυτά που μου είχαν πει ή στην αίσθηση που τους είχε αφήσει η εφηβεία μέχρι να ενηλικιωθούν. Πράγματα μαύρα, δυσάρεστα και αδιέξοδα. Είχα δει το ντοκιμαντέρ όταν αγνοούνταν η Δήμητρα και τη θαύμασα πάρα πολύ, γιατί θέλει πραγματικά κότσια για να είσαι σε μια κοινωνία χωριού, σε ένα νησί, και να σκας μύτη με μπότες και κόκκινο φόρεμα», λέει.

Τη ρωτάω για την κοινωνία της επαρχίας και τα στερεότυπά της. Πώς έγιναν η αφορμή για να χτίσει τους χαρακτήρες και τις παθογένειες τους;

«Όσον αφορά το κομμάτι του σχολικού εκφοβισμού, ένας πολύ δικός μου άνθρωπος τον βίωνε για χρόνια με πολύ ακραία περιστατικά, όχι λόγω της σεξουαλικότητάς του, οπότε ήδη είχα θυμό μέσα μου. Γίνονται πολλά ακραία πράγματα στην επαρχία και υπάρχει αρκετή αδιαφορία από τους καθηγητές».

Η Μαριάνθη, όπως μου λέει, μεγάλωσε κι εκείνη σε μια ελληνική οικογένεια με καταγωγή από χωριό και έβλεπε τη δυσκολία στην κατανόηση και την αποδοχή της διαφορετικότητας από τον περίγυρό της. «Να ξεκολλήσουν από την καραμέλα του “ας είναι γκέι, αρκεί να μην το δείχνουν” ή “αρκεί να μη μου την πέσουν”. Από μικρή θυμάμαι ότι τα αγόρια που ήταν πιο θηλυπρεπή πάντα θα τους έκαναν καζούρα. Και ως καθηγήτρια ακόμη, παρόλο που λέμε ότι προχωράμε ως κοινωνία και ότι τα πράγματα γίνονται καλύτερα, βλέπω να συμβαίνει αυτό».

 

 «Είχα δει το ντοκιμαντέρ, όταν αγνοούνταν η Δήμητρα, και τη θαύμασα πάρα πολύ γιατί θέλει πραγματικά κότσια για να είσαι σε μια κοινωνία χωριού, σε ένα νησί, και να σκας μύτη με μπότες και κόκκινο φόρεμα».

 

Κατά πόσο όμως οι νεότερες γενιές δείχνουν να αποδέχονται τις στοιχειώδεις ελευθερίες και να αφήνουν πίσω τους τις παθογένειες των μεγαλύτερων; «Δεν ξέρω αν είμαστε όντως απελευθερωμένοι ή αν είμαστε μόνο στο Instagram για να δείξουμε “Α, και εγώ έχω γκέι φίλους», λέει.

«Είμαι λίγο επιφυλακτική ως προς το ουσιαστικό κομμάτι της αλλαγής. Όσον αφορά τις παλαιότερες γενιές, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξη, δεν πιστεύω ότι μπορούν να αλλάξουν γιατί είναι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει σε κλειστές κοινωνίες. Στη γενιά των γονιών μας η εκκλησία είχε κι άλλο ρόλο, με κάποιον τρόπο σου έβαζε έναν τοίχο στο να αποδεχθείς το διαφορετικό. Στη δική μας γενιά αυτό δεν υπάρχει τόσο. Έδωσα το βιβλίο στους γονείς μου, που είναι λίγο πιο συντηρητικοί άνθρωποι και της εκκλησίας, μου είπαν ότι είναι ωραίο, υπάρχει όμως ένα “αλλά”. Κάτι το άβολο. Ο φίλος μου λέει πως όταν είναι σε οικογενειακό τραπέζι και όλοι μιλούν για τις σχέσεις τους, έρχεται η σειρά του να μιλήσει και επικρατεί σιωπή».

ΣΑΚΑΤΗΣ
Μαριάνθη Τεντζεράκη, Ο Σακάτης – Ένα παραμύθι για μεγάλους, εκδόσεις ΑΩ.

Στον «Σακάτη» η αφήγηση περνά από την οπτική γωνία του συγγραφέα στην οπτική γωνία του ίδιου του Άλκη, ενώ ο ήρωας δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ στους γονείς του ως «μαμά» και «μπαμπά», παρά μόνο τους καλεί με τα ονόματα τους.

«Νομίζω ότι για τον Βαγγέλη, τον πατέρα, είναι ακόμη πιο ξεκάθαρο γιατί συμβαίνει αυτό από ό,τι για τη Νεφέλη. Ο Βαγγέλης ποτέ δεν λειτούργησε ως πατέρας γιατί δεν προσπάθησε ποτέ να καταλάβει τον Άλκη ή να τον πλησιάσει. Για τη Νεφέλη δεν το έκανα συνειδητά, πιστεύω ότι ναι μεν προσπαθούσε να έρθει κοντά στον Άλκη, αλλά οι πεποιθήσεις της ήταν βαθιά ριζωμένες μέσα της, και κάπως την κρατούσαν πίσω από το να αποδεχθεί με σιγουριά ότι ο γιος της μπορεί να ντύνεται γυναικεία, αλλά είναι όντως χαρούμενος. Επειδή φοβόταν, υπήρχε μια απόσταση. Όλα αυτά ο Άλκης τα αντιλαμβανόταν, οπότε νομίζω ότι γι’ αυτό δεν μπόρεσε ποτέ να τους πει “μαμά” και “μπαμπά”», σχολιάζει.

Κατά τραγική ειρωνεία, το όνομα του ήρωα στον «Σακάτη» έμελλε να είναι το όνομα του νεαρού που δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη για οπαδικούς λόγους.

 

 

«Όταν έγινε αυτό με τον Άλκη στη Θεσσαλονίκη. ένιωσα απαίσια. Περνούσα για να πάω σε ένα μάθημα και είδα τη γωνία που σκοτώθηκε. Ήταν συγκλονιστικό. Έγινε σε έναν πολύ κεντρικό δρόμο.

Ένιωσα ότι τελικά υπάρχει μια πάρα πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων που πάνε πίσω, τη στιγμή που λέμε ότι πάμε μπροστά ως κοινωνία. Ήταν νέοι άνθρωποι, χουλιγκάνοι, που σκότωσαν ένα παιδί. Αισθάνομαι περίεργα, νιώθω μια ανασφάλεια, συμβαίνουν πάρα πολλές γυναικοκτονίες γύρω μας, υπάρχει πάρα πολλή βία».

Σε κάποια σκηνή του βιβλίου, ο Άλκης, βγαίνοντας από ένα βιβλιοπωλείο, μετά από μια απροσδόκητη συμπεριφορά, μονολογεί. «Κι όμως αλλάζει».

Τι πιστεύει η Μαριάνθη πως χρειάζεται για να αλλάξουν τα πράγματα όσον αφορά τις αναχρονιστικές αντιλήψεις που βρίσκονται ακόμη βαθιά ριζωμένες στην κοινωνία;

«Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό να δείξεις σε ένα παιδί από μικρό τι υπάρχει στον κόσμο. Αν είσαι σε μια κοινωνία που οι διαφορετικοί βαφτίζονται παρείσακτοι, τέρατα, προφανώς κι εσύ είτε θα αισθάνεσαι άβολα, είτε θα γίνεις βίαιος γιατί η αγέλη και η οικογένεια σε μεγάλωσε με παθογένειες και με πολύ συγκεκριμένα standards: Να μεγαλώσεις, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά. Και να κρίνεις όποιον παραβαίνει αυτό τον κανόνα», λέει.

Μετά από έναν έρωτα και μια απογοήτευση, περίπου στη μέση της ιστορίας, ο Άλκης μονολογεί ξανά.

«Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές γιατί χάνω τους ανθρώπους από τη ζωή μου. Φταίει το σακατιλίκι, φταίει που δε μιλάω πολύ και περισσότερο αγγίζω, φταίει που όταν νιώθω άνετα φοράω λουλουδάτα φορέματα; Απάντηση δεν βρίσκω γι’ αυτά τα καίρια ερωτήματα που στοιχειώνουν τη ζωή μου και με καθιστούν μόνο –η χειρότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας, αν με ρωτάς– και έτσι συνεχίζω να είμαι ο εαυτός μου».

Ο «Σακάτης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ.