Search

Η κεντρική αγορά της Μυτιλήνης ως τόπος μνήμης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης, 1960-1980

Η διπλωματική εργασία, της ΔΗΜΗΤΡΑ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ διερευνά με ποιο τρόπο η κεντρική αγορά της Μυτιλήνης αποτυπώνεται ως χώρος συλλογικής μνήμης, μέσω της προφορικής και της γραπτής ιστορίας από τη δεκαετία του 1960 ως τη δεκαετία του 1980. Η αγορά της Μυτιλήνης ως χώρος συναλλαγής (διαχρονικά) και επικοινωνίας των πολιτών τις δεκαετίες αυτές, λειτούργησε ως καταλύτης, έτσι ώστε να αφομοιωθούν καλυτέρα οι σαρωτικές αλλαγές στην καταναλωτική κουλτούρα. Οι μνήμες των ανθρώπων μας δίνουν την αίσθηση της μετάβασης από την κοινωνία της αυτάρκειας, σε μια κοινωνία της κατανάλωσης, μέσω του χώρου και των πρακτικών της αγοράς. Η μνήμη αφηγείται το χώρο της κεντρικής αγοράς της πόλης από το 1960 ως το 1980.

ΠANEΠIΣTHMIO AIΓAIOY

TMHMA KOINΩNIKHΣ ANΘPΩΠOΛOΓIAΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών: «Κοινωνική & Ιστορική Ανθρωπολογία»

Επιβλέπουσα καθηγήτρια:  Ποθητή Χαντζαρούλα

Η εργασία θα παρουσιαστεί σταδιακά στην Εφημερίδα Πολιτικά. Αυτό είναι το πρώτο μέρος της.

  

Οικονομία και κοινωνία στη Λέσβο του 20ου αιώνα

Αρχικά θα προχωρήσουμε σε μια ιστορική αναδρομή στην οικονομική και πολιτισμική ιστορία της Λέσβου και της πόλης της Μυτιλήνης από βιβλιογραφικές πηγές, αλλά και από αρχειακό υλικό.  Ετσι αρχίζοντας από το κοινωνικό και ιστορικό πλαισίου του ευρύτερου χώρου θα δούμε στη συνέχεια  και την αγορά ως ένα συνεχή χώρο μνήμης  με ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα.

1.1 Η Λέσβος από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Η Λέσβος στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα παρουσιάζει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο ακμής και ανάπτυξης και ήταν από τις λίγες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που όδευε γρήγορα σε έναν αστικό μετασχηματισμό σε σύγκριση με τα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας. Ο Guy Burgel, στον πρόλογο του στο βιβλίο της Ευρυδίκης Σιφναίου (1996) αναφέρει ότι:  «… σ’ αυτό το νησί και σ’ αυτή  την πόλη, που κοιτούσε πάντοτε στα μικρασιατικά παράλια, τόσο στον 19ο όσο και στον 20ο αιώνα, η ευημερία περνά μέσα από μια κοινωνία, που είναι ανοιχτό παράθυρο στο κόσμο» (Σιφναίου Ε., 1996: 21).

Η Λέσβος στο τέλος του 19ου αιώνα είναι μια ακμάζουσα οικονομικά και κοινωνικά κοινωνία με αγροτική παραγωγή και βιομηχανική μεταποίηση. Ο χαρακτηρισμός του «χρυσού νησιού» (Αλντίν Αντράσι) που είχε δοθεί από το Ταμείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν χαρακτηριστικός. Ο αστικός μετασχηματισμός, που ήδη είχε ξεκινήσει από τα μέσα του 19ου αιώνα, συμπίπτει ουσιαστικά με την έναρξη του Tanzimat (1839), που επέτρεπε στις θρησκευτικές μειονότητες να αποκτήσουν δικαιώματα και οικονομική ισχύ. Στα πλαίσια αυτά και ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, μέσα από μια διαδικασία αστικοποίησης, θα αρχίσει σταδιακά να αποκτά εθνική συνείδηση με τη προσδοκία της ενσωμάτωσης με την Ελλάδα. (Αρχοντίδου, Αχειλαρά, Αργύρης., Έβερτ , 2001). Η ελληνική αστική τάξη της Λέσβου αντίθετα, μόνο εν μέρει εντάσσεται σε αυτό το κλίμα του νέου ελληνικού εθνικισμού, καθώς τα οικονομικά της συμφέροντα εξακολουθούν να στρέφονται προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο 20ος αιώνας βρήκε λοιπόν τη Λέσβο σε μεγάλη οικονομική και κοινωνική ευημερία. Το νησί έχει περίπου 150.000 κατοίκους και χιλιάδες Λέσβιοι είναι εγκαταστημένοι στα απέναντι Μικρασιατικά παράλια. Η οικονομική άνθηση συνεχίζεται και η Μυτιλήνη έχει γίνει ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά λιμάνια της αυτοκρατορίας. Οι εμπορικές συναλλαγές με κύρια εξαγώγιμα προϊόντα το λάδι, το σαπούνι και τα πυρηνέλαια έχουν ιδιαίτερα αυξηθεί. (Τζιμής & συν., Σύνδεσμος φιλολόγων Λέσβου, 1995).

 

Η Μαρία Μανδαμαδιώτου (2004) αναφέρει:

Από τα μέσα του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα διαμορφώθηκε στη Λέσβο μια «αυτοδύναμη εθνική συνείδηση», που απεικονίζεται στα έργα των σημαντικότερων λογίων που έζησαν και έδρασαν στο νησί. Από τα μέσα του 19ου  αιώνα περίπου επικρατεί η ιδέα της αναγέννησης του ελληνικού στοιχείου και της ανάδειξης του ρόλου του, μέσα όμως στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Είναι μια πίστη που έχει ως βάση της την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της ελληνοχριστιανικής κοινότητας και θα ’ρθει σε σύγκρουση, έστω και υπόγεια, με τον νεοτουρκικό εθνικισμό. (Μανδαμαδιώτου, 2004:4)

Η  περίοδος από το 1912 ως το 1940, ήταν γεμάτη με ιστορικά δραματικά γεγονότα στα Βαλκάνια. Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Οκτωβριανή Επανάσταση και κυρίως η Μικρασιατική καταστροφή και οι ανταλλαγές πληθυσμών Ελλήνων και Τούρκων το 1923, δημιούργησαν μια κατάσταση χάους στη ναυτιλία και το εμπόριο. Παρά τις αλλαγές, η γεωγραφική θέση της Λέσβου εξακολουθεί να παίζει κεντρικό ρόλο στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής των παραλίων της Μικράς Ασίας. Υπήρχε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ του νησιού και της απέναντι ενδοχώρας. (Σιφναίου, 2007).

Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1912. Μέχρι τότε, η κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ασκούνταν κυρίως μέσω της φορολογίας της υπεραξίας. Η ενσωμάτωση στο νέο ελληνικό κράτος το Νοέμβριο του 1912, αλλάζει ριζικά την κατάσταση. Καταρχάς έχουμε μια συμφιλίωση του έθνους με το κράτος, καθώς όλες οι οικονομικές και τοπικές αποφάσεις θα σχετίζονται πλέον με την ελληνική διοίκηση. Όμως, ταυτόχρονα έχουμε και το τέλος της αυτοδιαχείρισης σε τομείς όπως η τοπική αυτοδιοίκηση και η εκπαίδευση. (Αρχοντίδου, ό.π., 2001). Η λεσβιακή οικονομία αποκόπτεται σιγά – σιγά από τη μικρασιατική ενδοχώρα και η εμπορική αλληλογραφία μας παρέχει αρκετές ενδείξεις για την αλλαγή αυτή. (Σιφναίου, 2007). Έτσι από το 1912 και μετά, η οικονομία του νησιού αρχίζει να παρουσιάζει έντονα σημάδια ύφεσης. Η αλλαγή διοίκησης είχε σαν αποτέλεσμα η Λέσβος, ένα εμπορικό λιμάνι στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να περιοριστεί τώρα στην περιφέρεια του ελληνικού κράτους, με την απόσταση από το οικονομικό κέντρο να λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξης της τα επόμενα χρόνια (Τζιμής, ό.π., 1995).

Σαν αντιστάθμισμα στο κλείσιμο της εμπορικών συναλλαγών με τα παράλια, η αγορά της Μυτιλήνης τονώθηκε λίγο από τα χρήματα που άφηναν τα συμμαχικά στρατεύματα, που έδρευαν στην περιοχή της Γέρας από το 1914 ως το 1918, αλλά και από τους 30.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1914, αν και τα επόμενα χρόνια οι μισοί περίπου από αυτούς αναγκάστηκαν σταδιακά να εγκαταλείψουν το νησί, αναζητώντας αλλού καλύτερη τύχη. Στο μεταξύ το ίδιο διάστημα, καθώς η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να ελέγξει την αισχροκέρδεια, ο τιμάριθμος έφτασε στα ύψη. Έτσι, ενώ οι μεγάλοι παραγωγοί και έμποροι δημιούργησαν περιουσίες, η εργατική τάξη υπέφερε αφάνταστα. (Τζιμής, ό.π.,1995)

Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται σταδιακά, αλλά παρόλα αυτά, η ελιά εξακολουθεί να παραμένει το κύριο αγροτικό προϊόν. Οι πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν από πιο αναπτυγμένες οικονομικά περιοχές, αποτελούν τώρα παράγοντα σημαντικών οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών στο νησί. Η βιομηχανική παραγωγή συρρικνώνεται σιγά – σιγά, καθώς μια μεγάλη αγορά, η Οθωμανική, έσβησε για τα λεσβιακά προϊόντα. (Τζιμής, ό.π.,1995)

Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Lesvos Oldies 

Παρόλα αυτά, το λάδι και τα υποπροϊόντα της ελιάς, η λοιπή γεωργική παραγωγή, η αλιεία, η κτηνοτροφία καθώς και η δευτερογενής παραγωγή, όπως η ποτοποιία, η βυρσοδεψία, η βιομηχανία αλίπαστων, με την τεχνογνωσία που έφεραν οι πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια και τη Προποντίδα, συνεχίζουν να συμβάλλουν στη ώθηση της τοπικής οικονομίας. Η έντονη οικονομική δραστηριότητα στο νησί, οδηγεί πολύ νωρίς στη λειτουργία Εμπορικής Λέσχης, ενώ το 1915 ιδρύεται ο Εμπορικός Σύλλογος Μυτιλήνης. Το Εμπορικό και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Μυτιλήνης, αρχίζει να λειτουργεί από το 1919, και το 1923 αριθμεί 400 μέλη. Τα εργατικά συνδικάτα αυξάνουν τη δύναμη τους και οι κινητοποιήσεις παίρνουν μαζικό χαρακτήρα από το 1924-1936. (Εμπορικό Επιμελητήριο Λέσβου) Η οικονομική αυτή ευημερία επιταχύνει και πάλι τον αστικό εκσυγχρονισμό στη Λέσβο. Ενδεικτικά το 1934 εκδίδεται ένας τεράστιος  τόμος 240 σελίδων, O Μέγας Οδηγός της νήσου Λέσβου και Μυτιλήνης[1] από τον Χ. Γαβριηλίδη. Εκεί μπορεί να δει κάνεις την απίστευτη γεωργική, εμπορική,  βιοτεχνική και κάθε είδους δραστηριότητα, σε κάθε γωνιά του νησιού. Ταυτόχρονα  η ίδρυση των Γεωργικών Συνεταιρισμών και της Γεωργικής Τράπεζας, που συγχωνεύεται το 1930 στην Αγροτική Τράπεζα, απάλλαξαν εν μέρει το λεσβιακό λαό από το καθεστώς της τοκογλυφίας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 άρχισε η διαπλάτυνση του λιμανιού της Μυτιλήνης. Αργότερα και μέχρι τις αρχές του 1950 χτίζονται δεκάδες σχολικά κτίρια σε όλο το νησί και προχωρά η μερική ασφαλτόστρωση τμήματος της κύριας επαρχιακής οδού Μυτιλήνης – Αγίας Παρασκευής. (Αρχοντίδου, ό.π., 2001).

Η πολιτιστική κίνηση και η πνευματική δημιουργία στη Λέσβο ήταν απότοκες των οικονομοκοινωνικών αλλαγών, καθώς και της εκπαιδευτικής κατάστασης του 19ου αιώνα. Συνεχίστηκαν και κορυφώθηκαν τις δεκαετίες του 1920 και 1930 στα πλαίσια της νέας ελληνικής διοίκησης. Η πνευματική και καλλιτεχνική αυτή άνθηση ονομάστηκε «Λεσβιακή Άνοιξη».

[1] https://workfun.openabekt.gr/files/items/1081506/ODHGOS.pdf

 

Μίνι βιογραφικό ΔΕ

Η Δήμητρα Εμμανουήλ γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και σπούδασε γεωπόνος στο ΑΠΘ αλλα μετά το θάνατο του πατέρα της δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο για 15 χρόνια . Αργότερα δούλεψε σα γεωπόνος στην εκπαίδευση και σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες. Καθως ο πατέρας της ηταν από τους παλιούς εμπόρους της αγοράς ουσιαστικά μεγάλωσε μεσα σε αυτόν  το χώρο ο οποίος την επηρέασε βαθιά. Αργότερα εκανε τη  μεταπτυχιακή της εργασία στην Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία με θέμα :  Η κεντρική αγορά της Μυτιλήνης ως τόπος μνήμης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης,  1960-1980