Γυναικεία τσάντα: Η ιστορία ενός φετίχ στην γκαλερί «Σαπφώ»

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Αυτό που θυμάται περισσότερο από τα παιδικά της χρόνια, είναι η μυρωδιά του δέρματος και του υφάσματος  που τη διαπερνούσε σχεδόν καθημερινά στη μεγάλη βιοτεχνία των γονιών της στου Ψυρρή .

«Εκεί περνούσα τις μέρες μου και πολλές φορές ανάλογα την εποχή, μέναμε εκεί τα βράδια ή τρώγαμε τα μεσημέρια, για να βγει η δουλειά», μας λέει με νοσταλγία η Εύα Κωστοπούλου που σχεδόν παραδοσιακά όλη η οικογένεια της ασχολείται μέχρι σήμερα με τις βιοτεχνίες ρούχων, δερματίνων ειδών και μαγιών .

Το μήλο δεν πέφτει κάτω από τη μηλιά τυχαία και σε αυτή την περίπτωση.

Η Εύα αν και είχε μέσα της όλη τη γνώση με το αντικείμενο αυτό, δεν είχε ασχοληθεί ποτέ επαγγελματικά. Μετά την Αθήνα, ήρθε να ζήσει με την οικογένεια της στη Μυτιλήνη και η μητέρα της δημιούργησε ξανά δυο βιοτεχνίες στις οποίες «γαζώθηκαν» χιλιάδες ρούχα μέχρι που σταμάτησε ο ήχος των ραπτομηχανών  λίγο πριν την κρίση .

Σήμερα έχοντας εγκαινιάσει την πρώτη έκθεση της στη γκαλερί Σαπφώ με δερμάτινες τσάντες και άλλα μικροαντικείμενα, σχεδιάζει το δικό της μέλλον επενδύοντας στο πιο σημαντικό φετίχ των γυναικών.

Στις τσάντες !

Η παρουσία της  δερμάτινης τσάντας  εμφανίζεται γύρω στον 16ο αιώνα και η χρήση της   εξυπηρετούσε κυρίως ταξιδιώτες ώστε να μεταφέρουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Το μέγεθός τους ήταν αρκετά μεγάλο και φοριόντουσαν χιαστί. Η Εύα έχοντας ακολουθήσει τη ιστορία της τσάντας, έχει υιοθετήσει δύο υλικά, που είναι τα αγαπημένα της και καθορίζουν τη δουλειά και τα σχέδια της.Το δέρμα και το τζιν. Παράλληλα μαζεύει οποιοδήποτε ανακυκλώσιμο υλικό υπάρχει όπως παλιά ρούχα, κουμπιά, χάντρες, κτλ και δημιουργεί μοναδικά κομμάτια με χαρακτήρα.

«Κάθε κομμάτι είναι μοναδικό», μας λέει η ίδια. Κάτι που δίνει αυτοπεποίθηση σε κείνες που θέλουν τη μοναδικότητα στα προσωπικά τους αντικείμενα.

Όποιος ήξερε το μελαχρινό, ντροπαλό κορίτσι στη δεκαετία του ’80,θα θυμάται πολύ καλά ότι ποτέ δεν φορούσε τα ρούχα όπως ακριβώς τα αγόραζε. Το ιδιαίτερο, προσωπικό της στυλ ήταν πάντα με άποψη και πολύ προχωρημένο για την ακριτική επαρχία της τότε εποχής ,έχοντας όμως μεγαλώσει μέσα στις τάσεις της μόδας που έπαιρναν σάρκα και οστά μέσα στις βιοτεχνίες της οικογένειας ήξερε να το υποστηρίξει. Κάπως έτσι λειτούργησε και με τις τσάντες.

«Η ιστορία για το πώς ασχολήθηκα με τις τσάντες δεν έχει τίποτα περίεργο από πίσω. Όταν πήγα να βοηθήσω το θείο μου στο  εργαστήρι με τα δερμάτινα στη Μύκονο ,άρχισα να φτιάχνω καπνοθήκες .Ανακάλυψα ότι ήταν κάτι που ήξερα να κάνω πάντα, απλά δεν είχα ασχοληθεί .Το ίδιο συνέβη και με τις τσάντες .Έπιασα ένα κομμάτι δέρμα και άρχισα  να βάζω όλη την κατασταλαγμένη μου άποψη για τη μόδα ….».

Σήμερα στο προσωπικό της εργαστήρι έχει στόχο να κάνει μια τσάντα την ημέρα!

Βέβαια, αυτό μπορεί να μην είναι εφικτό κάθε φορά, όμως η ανάγκη της να εκφραστεί μέσα από αυτό, την κάνει να βλέπει μπροστά της συνέχεια νέα σχέδια και να προσπαθεί να τα πραγματοποιήσει.

«Ενημερώνομαι για όλες τις τάσεις της μόδας, για τα χρώματα, τα σχέδια…» Κάπως έτσι λειτουργεί άλλωστε το σύστημα σε αυτόν τον κόσμο της μόδας. Με μοναδικής ποιότητας δέρματα από το Βέλγιο και με ανακυκλώσιμα υλικά η Εύα φτιάχνει μικρά έργα τέχνης που απευθύνονται σε κείνες που θέλουν να έχουν άποψη  και να «κουβαλάνε» το προσωπικό τους στυλ όλη τη μέρα.

Η έκθεση δερματίνων τσαντών και διαφόρων ειδών θα διαρκέσει μέχρι και τις 25 Οκτωβρίου. Μέσα στη γκαλερί  -όπου οι ιδιοκτήτες του αγκάλιασαν τόσο την ίδια όσο και τα αντικείμενα της- μπορείτε να βρείτε την Εύα ώρες καταστημάτων και να  συζητήσετε μαζί της αυτό που ταιριάζει στη δική σας περίπτωση.

 

 

 

Πότε δημιουργήθηκε για πρώτη φορά η γυναικεία τσάντα;

Φτάνοντας περίπου στον 14ο αιώνα συναντάμε για πρώτη φορά στην ιστορία αναφορές σχετικά με εξωτερική τσάντα και οι πρώτοι που τις φόρεσαν δεν είναι άλλοι από τους Αιγύπτιους. Η συγκεκριμένη τσάντα μπορεί να παρομοιαστεί με μια σακούλα, η οποία ήταν δεμένη γύρω από τη μέση και ήταν ένας ακόμη τρόπος να επιδεικνύουν τον πλούτο που διέθεταν, καθότι όσο πλουσιότερο ήταν κάποιος τόσο περισσότερα σχέδια είχε πάνω η τσάντα.

Γύρω στον 16ο o αιώνα έχουμε και τις πρώτες εμφανίσεις σε δερμάτινες τσάντες. Η χρήση τους εξυπηρετούσε κυρίως ταξιδιώτες ώστε να μεταφέρουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Το μέγεθός τους ήταν αρκετά μεγάλο και φοριόντουσαν χιαστί.

Τον αμέσως επόμενο αιώνα οι τσάντες άρχισαν να μικραίνουν σε μέγεθος, αφού θα μπορούσε να πει κανείς ότι το μέγεθός τους ήταν σαν αυτό ενός μεγάλου πορτοφολιού. Τόσο το σχήμα τους όσο και το υλικό που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή τους ποικίλει, ενώ επιλεγόταν να φορεθούν τόσο από γυναίκες όσο και από άντρες.

Κατά τον 18ο αιώνα και λόγω του ότι τα γυναικεία ρούχα ήταν αρκετά περίπλοκα και ευαίσθητα, δημιουργήθηκε η ανάγκη για μια τσάντα η οποία δεν θα ακομπούσε πάνω στα ρούχα. Έτσι εμφανίστηκαν μικρά τσαντάκια σαν πουγκιά, τα λεγόμενα reticules. Μάλιστα αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια μεγάλη μάχη σε περιοδικά αλλά και σε συζητήσεις γυναικών για το πώς θα έπρεπε να φοριέται σωστά μια τσάντα.

 

Μέχρι εκείνη την εποχή η τσάντα των γυναικών έπρεπε να συνδυάζεται υποχρεωτικά με το σύνολο που θα φορούσαν, κάτι που άλλαξε περίπου το 1920.

Μετά τον πόλεμο του ’40 αρχίζει η ραγδαία ανάπτυξη των γυναικείων τσαντών οι οποίες πλέον κυκλοφορούν στην αγορά από υλικά όπως μέταλλο, διάφορα δέρματα, καθρέφτες κλπ, ενώ αρχίζει να γίνεται ολοένα και δημοφιλέστερο και το φερμουάρ.

Την επόμενη δεκαετία αρχίζουν να παίρνουν τα πάνω τους διάσημοι οίκοι μόδας όπως ο Louis Vuitton, ενώ είναι και η περίοδος που ο οίκος Chanel δημιουργεί μια μοναδική καπιτονέ τσάντα η οποία φοριέται στον ώμο και κρέμεται από μία αλυσίδα.

Και φτάνουμε στο 1960 όπου επέρχεται η κορύφωση της γυναικείας τσάντας σαν. Μια πολύ δημιουργική δεκαετία όπου η τσάντα αποκτά πλέον χαρακτήρα τέχνης και μάλιστα αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες απομιμήσεις μεγάλων σχεδιαστών.

Το 1960 έρχεται η κορύφωσή της γυναικείας τσάντας σαν μορφή τέχνης καθότι υπήρξε μία πολύ δημιουργική δεκαετία και μάλιστα, το έτος αυτό είναι που ξεκινάν σιγά σιγά και οι απομιμήσεις των μεγάλων σχεδιαστών.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα η τσάντα αποκτά απαραίτητο αξεσουάρ για κάθε γυναίκα που βγαίνει από το σπίτι ενώ μέχρι και τον 20ο αιώνα έχουμε μια συνεχή εναλλαγή στις τάσεις της μόδας με την εμφάνιση πολλών διαφορετικών τσαντών τόσο σε στυλ όσο και σε μέγεθος. Και φτάνουμε και στον 21ο αιώνα όπου οι τσάντες είναι το βασικότερο αξεσουάρ της γυναίκας και η ποικιλία σε τσάντες τεράστια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγουμενο αρθρο

«Η βιολογική γεωργία είναι έρωτας»-Με επιτυχία η εκδήλωση του Αιγίλοπα

Επομενο αρθρο

Η «Διοτίμα» για την έμφυλη βία στη Μόρια: «Εχουμε περίπου 5-10 περιστατικά την εβδομάδα»