Η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από την κυβέρνηση Τραμπ στη Συρία αποτελεί μια ευκαιρία, ενέχει όμως και κινδύνους

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

του  Ντέιβιντ Σάντζερ *

Εξαπολύοντας μια στρατιωτική επιδρομή μόλις 77 ημέρες αφού ανέλαβε την εξουσία, ο πρόεδρος Τραμπ έχει την ευκαιρία, χωρίς αυτό όμως να αποτελεί βεβαιότητα, να αλλάξει την εικόνα του χάους που παρουσιάζει η κυβέρνησή του.

Η επίθεση θα αλλάξει επίσης τον χαρακτήρα της συνάντησης που θα έχει την ερχόμενη εβδομάδα ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Θα είναι η πρώτη υψηλού επιπέδου συνάντηση του ρώσου ηγέτη με ένα μέλος της κυβέρνησης Τραμπ.

Πριν εξαπολυθούν οι επιθέσεις εναντίον της συριακής βάσης, το αντικείμενο της συνάντησης επρόκειτο να είναι οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία. Μετά τις επιδρομές όμως, η κυβέρνηση Τραμπ έχει την ευκαιρία να ζητήσει από τον Πούτιν είτε να συγκρατήσει είτε να απομακρύνει τον Ασαντ από τη θέση του. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορεί να απειλήσει ότι θα επεκτείνει τις επιδρομές.

Η χημική επίθεση της συριακής κυβέρνησης εναντίον ανταρτοκρατούμενων εδαφών ανάγκασε την Ουάσινγκτον να δράσει, λέει ο Αντονι Μπλίνκεν, αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών επί κυβέρνησης Ομπάμα.

«Πρέπει να δράσουμε», είπε λίγες ώρες πριν από την επίθεση. «Αυτό δεν αφορά μόνο τη Συρία. Ο Ασαντ παραβιάζει έναν κανόνα που τηρούμε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο», όταν είχαν πρωτοχρησιμοποιηθεί χημικά όπλα.

Πολλοί ανώτατοι σύμβουλοι του Ομπάμα, περιλαμβανομένου του Μπλίνκεν, είχαν ζητήσει ανάλογη δράση το καλοκαίρι του 2013, όταν ο Ασαντ παραβίασε την κόκκινη γραμμή των Ηνωμένων Πολιτειών χρησιμοποιώντας χημικά όπλα. Αντί όμως να αναλάβει δράση όπως είχε υποσχεθεί, ο Ομπάμα επέλεξε να υποχρέωσει τον Ασαντ, με τη βοήθεια της Ρωσίας, σε μια συμφωνία για την απομάκρυνση ενός μεγάλου μέρους – όπως φαίνεται, όμως, όχι του συνόλου – των χημικών του όπλων από τη χώρα.

Αργότερα, ο Ομπάμα είχε πει ότι ήταν πολύ υπερήφανος για εκείνη την απόφασή του. Αλλά ελάχιστοι σύμβουλοί του είχαν συμφωνήσει μαζί του.

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι η υποχώρηση του Ομπάμα ήταν ένα σύμβολο της αμερικανικής αδυναμίας και δεν έπρεπε να επαναληφθεί ποτέ. Από αυτή την άποψη, η επίθεση της νύχτας εναντίον της συριακής βάσης είχε σχεδόν προαναγγελθεί.

Υπάρχουν όμως και σημαντικοί κίνδυνοι για τον Τραμπ τις επόμενες εβδομάδες, όταν η ικανοποίηση για την τιμωρία του Ασαντ θα έχει υποχωρήσει.

Ο πρώτος κίνδυνος είναι η προειδοποίηση προς τον Πούτιν να μη φέρει αποτελέσματα. Ο ρώσος πρόεδρος μπορεί να προτιμούσε καθαρά τον Τραμπ από τη Χίλαρι Κλίντον, δεν είναι όμως διατεθειμένος να δεχθεί μια συμφωνία που θα απειλεί την επιρροή του στη Συρία, και κατ’ επέκταση όλη τη Μέση Ανατολή. Η Συρία φιλοξενεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της Ρωσίας έξω από τα σύνορά της.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η επιδρομή του Τραμπ εναντίον του Ασαντ να υπονομεύσει τον κυριότερο στόχο του στην περιοχή: την εξουδετέρωση του Ισλαμικού Κράτους.

Αν η Συρία καταρρεύσει, μπορεί να αποτελέσει ορμητήριο ισλαμιστών τρομοκρατών, αυτό δηλαδή που ο Τραμπ προσπαθεί να αποτρέψει.

Δεν είναι σαφές αν το Ισλαμικό Κράτος, που είχε αρχίσει να υποχωρεί πριν ακόμη αναλάβει την εξουσία ο Τραμπ, μπορεί να εκμεταλλευτεί μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση στη Συρία. Όπως έχει επισημάνει όμως συχνά ο Ντέιβιντ Πετρέους, ο απόστρατος στρατηγός που σχεδίασε την αύξηση της αμερικανικής παρουσίας στη Συρία, ένα από τα μαθήματα της τελευταίας δεκαετίας είναι ότι μόλις δημιουργείται στην περιοχή ένα κενό εξουσίας, κάποια εκδοχή των ισλαμιστών εξτρεμιστών σπεύδει να το καλύψει.

Ο τρίτος κίνδυνος απορρέει από το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν έχει ένα πραγματικό σχέδιο για τη Συρία. Οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη κάποιας πολιτικής συμφωνίας – ένα θέμα με το οποίο ασχολήθηκε ο Τζον Κέρι στο τελευταίο 18μηνο της θητείας του ως υπουργού Εξωτερικών – έχουν καταρρεύσει.

Ο Τίλερσον δεν έχει δείξει διάθεση να ξεκινήσει έναν νέο γύρο. Και ο προϋπολογισμός που προτείνει ο Τραμπ περιλαμβάνει περικοπές στα προγράμματα που θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τους εκτοπισμένους Σύρους.

Είναι σαφές ότι οι λόγοι που ανάγκασαν τον Τραμπ να αναλάβει στρατιωτική δράση για πρώτη φορά στην προεδρία του δεν είναι αυτοί που επιθυμούσε.

Στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας είχε απορρίψει την έννοια της ανθρωπιστικής επέμβασης και σε μια συνέντευξή του στους Νιου Γιορκ Τάιμς δεν μπορούσε να προσδιορίσει τους όρους που θα τον οδηγούσαν να χρησιμοποιήσει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις για να υπερασπιστεί έναν ξένο πληθυσμό από έναν δικτάτορα.

Όπως και πολλοί από τους προκατόχους του, όμως, ο Τραμπ δεν είχε την ευκαιρία να επιλέξει τα γεγονότα που θα τον οδηγούσαν να χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τη στρατιωτική ισχύ. Το ερώτημα τώρα είναι κατά πόσον η νέα του ομάδα – που είναι διχασμένη ως προς το πότε και πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η αμερικανική ισχύς – θα μπορέσει να μετατρέψει την επέμβαση στη Συρία σε κάτι ουσιαστικότερο από μια απλή επίδειξη δύναμης.

* Ο Ντέιβιντ Σάντζερ είναι αρθρογράφος των New York Times

Πηγή: New York Times – ΑΠΕ


Τα άρθρα στην κατηγορία «Απόψεις» φιλοξενούνται αυτούσια και εκφράζουν τους συντάκτες τους κι όχι απαραίτητα την εφημερίδα ΠΟΛΙΤΙΚΑ.

Προηγουμενο αρθρο

Συνύπαρξη: Τα προσφυγόπουλα στα Μουσεία της Λέσβου

Επομενο αρθρο

«Η περιπέτεια της ανάγνωσης» (video)